Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2019

ΤΟ ΤΡΙΠΛΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ…


Διήγημα της συγγραφέως Καλής Γκέλμπεση.
Ή μήπως μυθιστορία; 
Ή μήπως πέρα για πέρα αληθινή ιστορία;



ΤΟ ΤΡΙΠΛΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ…

Ο Γιώργης ήταν αυτό που παλιότερα λέγαμε «κλασσικός» άντρας. Δηλαδή ο προσανατολισμένος μόνο να φέρνει μεροκάματο στο σπίτι. Όλα τ’ άλλα, φορτωμένα στο κεφάλι τής συζύγου του. Της Κατερίνας. Εκείνη πάλι, αν και όχι «κλασσική» γυναίκα, αλλά χειραφετημένη, έκανε υπομονή, σίγουρη ότι θα ωριμάσει ο καλός της και θ’ αλλάξει ρότα. Έτσι, πέρασαν κάπου εννιά χρόνια γάμου, τα οποία ομόρφυναν επιπλέον με δυο βλασταράκια που ξεφύτρωσαν απ’ την αγάπη τους.
     Άσβεστος κι ο έρωτάς τους όμως, παρά την γκρίνια που είχε αρχίσει να κάνει πού και κάπου την εμφάνισή της και η οποία πήγαζε απ’ τις οικονομικές δυσκολίες που έπαιρναν όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις.
Ποιος ξεκίναγε την γκρίνια; Ο Γιώργης. Τόσος ο κουτσομισθός του, τόσος ο διπλοκουτοσμισθός τής αγαπημένης του, ε, κουτσά-στραβά θά ’πρεπε να βγαίνει ο μήνας, κατά την άποψή του. Γιατί λοιπόν είχε γίνει από πολύ καιρό ακατόρθωτο να πληρώνουν το στεγαστικό δάνειο; Πάει, άστεγοι θα κατέληγαν και με δυο μικρά παιδιά στην ευθύνη τους…
Σίγουρα η Κατερίνα δεν έκανε καλό κουμάντο! κι άλλη εξήγηση ο νέος άντρας δεν έβλεπε. Ναι, ναι, σίγουρα η Κατερίνα δεν τα κατάφερνε στο κουμάντο τού σπιτιού. Α, δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό! σκέφτηκε ο Γιώργης και πήρε τα γκέμια στα χέρια του, τάχα να την ξεκουράσει μια στάλα. Ε, δεν ήθελε και να την πληγώσει προσβάλλοντάς την σαν μη ικανή.
       Μαζί με τα γκέμια κι όλα όσα χρειάζονται φυσικά. Έλεγχος στα ντουλάπια και στο ψυγείο να εντοπιστούν οι ελλείψεις. Ψώνια απ’ το σούπερ μάρκετ, τον μανάβη, τον χασάπη. Κάλυψη καθημερινών οικονομικών αναγκών των παιδιών, συν των σχολικών αναγκών. Εξόφληση ρεύματος, νερού, τηλεφώνου, ένδυση, υπόδεση κλπ.
Πω-πω! ζόρια… Όχι το στεγαστικό δάνειο δεν μέναν λεφτά να πληρωθεί, μα ούτε πλέον και το ρεύμα. Κι από οικονομία; Ως και απ’ τα άκρως απαραίτητα έκοβε ο άνθρωπος μπας και βγει έστω και ασθμαίνοντας ο μήνας. Κι είχαν περάσει μόνο λίγοι μήνες που ’χε πιάσει τα γκέμια…
Μπεσαλίδικο παλικάρι όμως ο Γιώργης, κι έπρεπε ν’ αποκαταστήσει την Κατερίνα. Να της αποδώσει τα δίκια της. Πώς όμως; Δεν της είχε αποκαλύψει ότι μέχρι πρότινος την θεωρούσε ανίκανη να διαχειρίζεται τα οικονομικά τους.
            Εντωμεταξύ, η Κατερίνα που εκτός από ερωτευμένη γυναίκα ήταν κι εξόχως υποψιασμένη και μεθοδικότατη, τον άφηνε να πιστεύει πως δεν είχε καταλάβει τον λόγο που εκείνος ανέλαβε την καθημερινότητά τους σε οικονομικό επίπεδο. Επιπλέον όμως αξιοποίησε αυτήν την ευκαιρία, να τον ωθήσει ν’ αναλάβει και δουλειές τού σπιτιού. Να τις μοιράζονται δηλαδή, να μην ξεπατώνεται κι εκείνη στην κούραση, να δίνουν και το καλό παράδειγμα στα παιδιά τους.
Έτσι, ο Γιώργης, από «κλασσικός» άντρας, εξελίχθηκε χωρίς να το καταλάβει σε σύγχρονο άντρα και όχι μόνον. Αναλαμβάνοντας δηλαδή ευθύνες που πραγματικά τού αναλογούσαν, άρχισε να οξύνεται και το κριτήριό του. Δεν ήταν πια το ρομποτάκι που γυρνούσε κατάκοπο απ’ τη δουλειά και ξαπλωνόταν σ’ έναν καναπέ βλέποντας τηλεόραση και μετά για ύπνο ως την ώρα που θα σηκωνόταν πάλι για το μεροκάματο. Ήταν πλέον ένας δραστηριοποιημένος άνθρωπος. Βέβαια, σε στενά πλαίσια δραστηριοποιημένος, μα η Κατερίνα επειδή τον ήξερε καλά κι εμπιστευόταν την στόφα του, ήξερε πως μόνο το έναυσμα του έλειπε για ν’ ανοίξει τα φτερά του σ’ όλο τους το εύρος.
Η αλήθεια είναι, ότι παρόλο που ο ίδιος δεν ασχολιόταν με τα κοινά, δεν έβαζε εμπόδια στην καλή του, η οποία πρόσφερε στο ταξικό λαϊκό κίνημα απ’ το στέρημα του χρόνου της και σε βάρος τής ξεκούρασής της. Κάπου-κάπου βέβαια, έτσι για να την πειράξει, την τσίγκλαγε. Μα στ’ αλήθεια βρε γυναίκα, πιστεύεις ότι μπορείς ν’ αλλάξεις τον κόσμο; Χα, χα, χα! Όχι μόνη μου αγάπη μου. Μαζί θα το πετύχουμε! τον τριβέλιζε εκείνη να γραφτεί στο σωματείο του. Μα στου κουφού την πόρτα…
Για να μην τον τριβελίζει λοιπόν η Κατερίνα,  δήλωνε τάχα «απολίτικ» ο Γιώργης, αλλά ψήφιζε στις βουλευτικές εκλογές ό,τι και οι πολλοί. Ό,τι δηλαδή τού «έλεγε» η τηλεόραση, κι ήταν σίγουρη γι’ αυτό η Κατερίνα. Μ’ άλλα λόγια, ήξερε πως έτρεφε αυταπάτες ο καλός της. Ή πιο σωστά, του τις τρέφαν τα τηλεοπτικά κανάλια των μεγαλοαφεντικών τις αυταπάτες. Γιατί κακά τα ψέματα, τα τηλεοπτικά κανάλια, κρατικά και ιδιωτικά, είχαν μεγαλύτερη επίδραση στον εγκέφαλό του, απ’ την εφημερίδα που εκείνη κουβαλούσε καθημερινά στο σπίτι μέχρι προ καιρού. Πλέον, λόγω οικονομικής δυσπραγίας, αγόραζε μόνο μια φορά τη βδομάδα τον Ριζοσπάστη τού ΣαββατοΚύριακου.
Είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου όμως, να βγει ο Γιώργης απ’ τις αυταπάτες του, γιατί αλλιώς θα πήγαινε αύτανδρο το οικογενειακό τους πλοίο, μαζί με όλην την φτωχολογιά βεβαίως…
Άλλωστε, η προεκλογική περίοδος που ήδη είχε ξεκινήσει, ήταν ίσως η καταλληλότερη χρονική στιγμή.
Έμεναν σε μεγάλη πολυκατοικία, κι ήταν σίγουρη ότι διάφοροι αδιάφοροι, μα κι ενδιαφέροντες, θα χτυπούσαν τις πόρτες για να πείσουν τους ενοίκους να ψηφίσουν το ένα ή το άλλο κόμμα. Όσο λοιπόν περνούσε απ’ το χέρι της, θ’ άνοιγε σε όλους την πόρτα. Ειδικά στους πολιτικάντηδες, στους παπατζήδες απάντων των κομμάτων που προωθούσαν εκ των πραγμάτων τα τηλεοπτικά κανάλια, θ’ άνοιγε διάπλατα την πόρτα και θα την κρατούσε ανοιχτή, ν’ ακουστεί η συζήτηση ανάμεσα σ’ αυτούς και στον Γιώργη σ’ ολόκληρη την πολυκατοικία. Τόσο σίγουρη ήταν για την καθαρότητα του ανθρώπου που είχε παντρευτεί. Τόσο σίγουρη ήταν πως ο αγαπημένος της δεν ήταν ηλίθιος, μα απλά παρασυρμένος στις αυταπάτες, απ’ τις οποίες μπορούσε επιτέλους να βγει. Όμοια σιγουρεμένη όμως ήταν και για τις παρλαπίπες που θα ξεφούρνιζαν οι πολιτικάντηδες στον άντρα της, να τον σπρώξουν βαθύτερα σε αυταπάτες…
         Όπως τα προέβλεψε η μεθοδικότατη Κατερίνα, έτσι κι έγιναν τα πράματα.
Οι διάφοροι πολιτικάντηδες και οι βαστάζοι τους, πέσαν στον λάκκο που είχαν ετοιμάσει και για το δικό της φτωχικό. Θα, θα, θα, θα…. Ο Γιώργης είχε μπουχτίσει πια απ’ τα θα… Τότε κύριε Γιώργο, μάλλον δεν κάνετε καλό κουμάντο για να μην βγαίνετε με δυο μισθούς! τόλμησε να ξεστομίσει ένας από δαύτους, στην προσπάθειά του να νουθετήσει το Γιώργη για να ξαναψηφίσει μία από τα ίδια…
Ποιος είδε το λαό και δεν τον φοβήθηκε! Ποιος δεν κάνει ρε κανάγιες καλό κουμάντο; Εγώ; Όξω απ’ εδώ ρεμάλια! Βουτά και την τηλεόραση να τους τη φέρει στο κεφάλι, μα τον πρόλαβε η Κατερίνα. Κάλιο να την έχωνε στο πατάρι, παρά να έσπαγε στα κεφάλια τους. Τόσα λεφτά τούς είχε κοστίσει.
Οι πόρτες των υπολοίπων διαμερισμάτων άνοιξαν κι όλοι πετάχτηκαν ανήσυχοι στο κλιμακοστάσιο. Μα είναι δυνατόν να σφάζεται στα καλά καθούμενα ένα τόσο ερωτευμένο αντρόγυνο; αναρωτιόντουσαν και τρέξαν στον πρώτο όροφο να προλάβουν το κακό.
Ο Γιώργης με την Κατερίνα αντάλλασαν σφιχταγκαλιασμένοι το πιο φλογερό φιλί τους! Ήταν το συγνώμη εκείνου απέναντί της επειδή την είχε υποτιμήσει ως ανίκανη διαχειρίστρια των οικονομικών τους, μα και η κατανόηση εκείνης για το μέχρι πρότινος μη επαρκές πολιτικό κριτήριό του…


            Οι ένοικοι υποχώρησαν στις μύτες μην ενοχλήσουν τους ερωτευμένους νέους ανθρώπους, κι εκείνοι υποχώρησαν στο διαμέρισμά τους, να συνεχίσουν μαζί με τα παιδιά τους το φτωχό δείπνο που είχε διακοπεί απ’ τους …παπατζήδες και τους βαστάζους τους.
Ένα τριπλό χτύπημα όμως στην πόρτα, διέκοψε και πάλι το δείπνο τους.
Καλώς τους, περάστε! τους έκλεισε το μάτι με νόημα η Κατερίνα. Μπα, ποιοι είστε πάλι εσείς και γιατί χτυπήσατε τρεις φορές την πόρτα; ρώτησε ενοχλημένος ο Γιώργης, ακονίζοντας τα νύχια του για επόμενο καβγά.
Ήταν συνθηματικό το τριπλό χτύπημα! Τρία κόκκινα γράμματα! ΚΚΕ!!! του απαντά γελώντας ο μεγαλύτερος απ’ τους δυο επισκέπτες.
Η Κατερίνα μάς είχε ζητήσει να χτυπήσουμε τρεις φορές την πόρτα, εξήγησε με πλατύ χαμόγελο ο νεότερος.
Τι συμβαίνει βρε γυναίκα; Γιατί αυτά τα συνθηματικά; Διότι αγαπημένε μου άντρα, μένουν λίγες μέρες μέχρι τις εκλογές και θα μας μουρλάνουν οι πολιτικάντηδες, πιστεύοντας οι ανόητοι ότι θα ξανακλέψουν την ψήφο σου. Ε, για να γλιτώσουμε από δαύτους, σκέφτηκα έναν τρόπο, ώστε ν’ ανοίγουμε την πόρτα μας μόνον στους ευπρόσδεκτους, δίχως να ρωτάμε συνέχεια ποιος είναι και ποιος είναι…
       Ο Γιώργης, όχι πως αμφισβητούσε πλέον και! το πολιτικό κουμάντο τής αγαπημένης του, μα κάπου στο βάθος αναζητούσε και μια επιβεβαίωση.
-Δε μου λέτε ’σείς οι ευπρόσδεκτοι, τι φταίει που με δυο μισθούς, σύνολο 1400 ευρώ, δεν μπορούμε ’δώ μέσα να βγάλουμε το μήνα;
-Χμ… αν στις δοσμένες συνθήκες παίρνατε δυο μισθούς έκαστος 1.400 το μήνα, ήτοι 2.800 ευρώ, θα σας έλεγα να αναδιαμορφώσετε το κουμάντο σας σφίγγοντας όσο πάει το ζωνάρι, να μην μένετε χρεωμένοι κάθε μήνα. Με 1400 σύνολο όμως, ακόμη και το φαγητό να κόψετε, ούτε το δεκαπενθήμερο δεν βγαίνει. Άρα, ξέρετε τι φταίει…, του απάντησε ο μεγαλύτερος σ’ ηλικία ευπρόσδεκτος.
-Όντως, είσαι ευπρόσδεκτος φίλε μου! Να, πάρε αυτό το πιρούνι, κάθισε δίπλα μου και φάε το μισό φαγητό απ’ το πιάτο μου. Εσύ τώρα ευπρόσδεκτε νεαρέ, για πες μου, τι θα κερδίσω αν ρίξω στην κάλπη το ψηφοδέλτιο που μου μοστράρεις τόση ώρα; Τι μου τάζει δηλαδή το κόμμα σου για να το ψηφίσω; Πόσα θα, θα, θα… μου τάζει;
-Κανένα θα… Μόνο πρόσκληση σου απευθύνει. Πρόσκληση στον αγώνα για να ισιάσουμε κατά το δυνατόν την καθημερινότητά μας, με το βλέμμα στην οριστική παύση των πολιτικάντηδων και των αφεντικών τους. Με στόχο δηλαδή να πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας, κάτι που δεν είναι έργο μιας πράξης, ούτε επιτυγχάνεται δι’ αντιπροσώπων. Σε πρώτη φάση επομένως και στην προκείμενη περίπτωση, αφού όλα τα υπόλοιπα κόμματα είναι «θα, θα, θα…», δηλαδή υπηρετούν τα μεγαλοσυμφέροντα, έχουμε ανάγκη πραγματικής και ισχυρής Λαϊκής αντιπολίτευσης μέσα στη βουλή και ταυτόχρονα ανασύνταξη και δυνάμωμα του λαϊκού ταξικού κινήματος. Του κινήματος δηλαδή που υπερασπίζεται τα συμφέροντα της δικής μας οικονομικής τάξης. Της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.
-Μπράβο σοφία ο πιτσιρικάς! μουρμούρισε ο Γιώργης που τάχα δεν τα είχε ματακούσει αυτά.
Μωρέ τά ’ξερε και τα παράξερε. Απόξω τά ’χε μαθημένα, γιατί τ’ άκουγε συνεχώς απ’ την Κατερίνα του, μα πώς να τα πίστευε; Ίδια η δύναμη της τηλεόρασης, ίδια της Κατερίνας; Μα κι ο προϊστάμενος στη δουλειά…, καρμπόν τής τηλεόρασης κι αυτός. Πού να φτουρήσει η Κατερίνα;;;
Πω-πω! Εντελώς χαζός ένοιωθε τώρα. Βρε, μπας και για να ηρεμήσω και να νοιώσω πάλι καμπόσος και ξύπνιος, να επιμένω στην πεπατημένη μου; Να ψηφίσω δηλαδή μία απ’ τα ίδια, για να μην παραδεχτώ ούτε στον εαυτό μου πόσο βλάκας είχα πιαστεί…, σκέφτηκε προς στιγμή, μα κοιτώντας το φτωχικό τους δείπνο ξαναπήρε τα πάνω του.
-Έλα, έλα νεαρέ, κάθισε εδώ να φας το άλλο μισό απ’ το πιάτο μου. Εγώ θα μοιραστώ με την Κατερίνα μου τη δική της μερίδα. Έλα, μην ντρέπεσαι. Κάθισε. Άφησε τα ψηφοδέλτια πάνω στο ψυγείο μην λερωθούν, κι άφησέ τα όλα! σε παρακαλώ. Τρεις μέρες απόμειναν μέχρι τις εκλογές κι έχω πολύ κόσμο να επισκεφτώ!
«Πολλούς παραπλανημένους, μα καθαρούς, τίμιους δουλευτάδες, αυταπατώμενους, που οφείλω να βοηθήσω να βγουν απ’ τις αυταπάτες τους, πριν τους πνίξουν, για δεν τ’ αξίζουν. Δεν είναι καθάρματα φιλοτομαριστές, ούτε φασίστες τού κερατά. Δεν είναι χαλασμένοι. Είναι ταλαίπωροι βιοπαλαιστές σαν κι εμένα, που απλά δεν έχουν μια Κατερίνα να τους βοηθήσει να δουν την αλήθεια. Να ακούσουν τους κομμουνιστές. Να κάνουν το βήμα να ψηφίσουν ΚΚΕ! Τι έχουν να χάσουν; Τίποτα! όπως κι εγώ άλλωστε. Αν όμως δυναμώσει για τα καλά το ΚΚΕ, έχουμε να κερδίσουμε εμείς που μοχθούμε, κι έχουν να χάσουν οι κηφήνες που ζουν μες στη χλιδή στις πλάτες μας...», σκεφτόταν μυστικά απ’ τους συνδαιτυμόνες του, κι έπιασε τρυφερά το χέρι τής αγαπημένης του, ευχαριστώντας την νοερά που υπήρχε στη ζωή του!  

Διήγημα της συγγραφέως 
Καλής Γκέλμπεση.
Ή μήπως μυθιστορία; 
Ή μήπως πέρα για πέρα αληθινή ιστορία;



2 σχόλια:

  1. Xαιρετώ και καλώς σε ξανα-βρίσκουμε στα διαδικτυακά λημέρια!

    Για δες...

    https://eyrytixn.blogspot.com/2019/07/blog-post_11.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή